Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

συντεταγμένη < (σημασιολογικό δάνειο) coordonnées

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συντεταγμένη θηλυκό

  1. (μαθηματικά) κάθε ένα από τα στοιχεία που χρειάζονται για να καθοριστεί μοναδικά η θέση ενός σημείου σε ένα σύστημα δύο ή περισσότερων αξόνων


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

συντεταγμένη θηλυκό



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος μετοχήςΕπεξεργασία

συντεταγμένη θηλυκό

  1. θηλυκό του συντεταγμένος