Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

τετμημένη < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τετμημένη θηλυκό

  1. (μαθηματικά) η πρώτη παράμετρος σε καρτεσιανό σύστημα συντεταγμένων που δίνει την απόσταση από τον κάθετο άξονα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

τετμημένη