Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική συζητήσιμος συζητήσιμη συζητήσιμο
γενική συζητήσιμου συζητήσιμης συζητήσιμου
αιτιατική συζητήσιμο συζητήσιμη συζητήσιμο
κλητική συζητήσιμε συζητήσιμη συζητήσιμο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συζητήσιμοι συζητήσιμες συζητήσιμα
γενική συζητήσιμων συζητήσιμων συζητήσιμων
αιτιατική συζητήσιμους συζητήσιμες συζητήσιμα
κλητική συζητήσιμοι συζητήσιμες συζητήσιμα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συζητήσιμος < αρχαία ελληνική συζητῶ + -σιμος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /si.zi.ˈti.si.mɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /si.zi.ˈti.si.mi/ θηλυκό
ΔΦΑ : /si.zi.ˈti.si.mɔ/ ουδέτερο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

συζητήσιμος, -η, -ο

  1. που είναι δυνατό κάποιος να συζητήσει και να συνεννοηθεί μαζί του
  2. που μπορεί ή αξίζει να συζητηθεί
  3. που χρειάζεται να διευκρινιστεί ή που αμφισβητείται

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία