Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο συζητητικός η συζητητική το συζητητικό
      γενική του συζητητικού της συζητητικής του συζητητικού
    αιτιατική τον συζητητικό τη συζητητική το συζητητικό
     κλητική συζητητικέ συζητητική συζητητικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι συζητητικοί οι συζητητικές τα συζητητικά
      γενική των συζητητικών των συζητητικών των συζητητικών
    αιτιατική τους συζητητικούς τις συζητητικές τα συζητητικά
     κλητική συζητητικοί συζητητικές συζητητικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συζητητικός < ελληνιστική κοινή συζητητικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

συζητητικός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία