Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διάλογος διάλογοι
γενική διαλόγου διαλόγων
αιτιατική διάλογο διαλόγους
κλητική διάλογε διάλογοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διάλογος < διά + λόγος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

διάλογος αρσενικό

  1. η συζήτηση μεταξύ δύο ή περισσότερων ατόμων, τα λόγια που ανταλλάσσονται κατά τη διάρκεια αυτής της συζήτησης

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία