Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στύβω < αρχαία ελληνική στείβω (πατώ). Η γραφή με < υ > προέκυψε από παρετυμολογία προς το αρχαίο στύφω (σουφρώνω τα χείλη από στυφή γεύση).[1] Είναι πιο συνηθισμένη από την ετυμολογικά συνεπή στείβω.

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈsti.vo/

  ΡήμαΕπεξεργασία

στύβω, αόρ.: έστυψα, παθ.φωνή: στύβομαι, μτχ.π.π.: στυμμένος

  1. πιέζω καρπό (κυρίως εσπεριδοειδούς) για να βγει ο χυμός του
    • στύβω πορτοκάλι και μανταρίνι για να φτιάξω έναν ωραίο χυμό
     συνώνυμα: εκπιέζω (λόγιο, παρωχημένο)
  2. συστρέφω κάτι βρεγμένο (υφασμάτινο, μάλλινο κλπ.) γα να βγει το υγρό που περιέχει
    • δεν έστυψες καλά τα ρούχα και στάζουν νερά
    • το πλυντήριο στύβει τα ρούχα με 1.200 στροφές το λεπτό!
  3. (μεταφορικά) πιέζω κάποιον και τον εξαναγκάζω να εργαστεί υπερβολικά

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Τριπλή γραφή:
θέμα στειβ- και γραφή στυβ- (γράφονται και στιβ-)

θέμα στιβ-

και

θέμα στοιβ-

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία