Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο στόμφος οι στόμφοι
      γενική του στόμφου των στόμφων
    αιτιατική τον στόμφο τους στόμφους
     κλητική στόμφε στόμφοι
όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στόμφος < αρχαία ελληνική στόμφος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

στόμφος αρσενικό

  1. ο επιτηδευμένος λόγος, η επιλογή εντυπωσιακών λέξεων, εκφράσεων κ.λπ.
  2. το πομπώδες ύφος στην ομιλία για λόγους επιδείξεως ή για καυχησιολογία
  3. η υπερβολή στην έκφραση, η χρήση πομπωδών και επιτηδευμένων μέσων εκφράσεως

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στόμφος < στέμβω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

στόμφος αρσενικό

  1. η αλαζονεία