Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σουλούπι τα σουλούπια
      γενική του σουλουπιού των σουλουπιών
    αιτιατική το σουλούπι τα σουλούπια
     κλητική σουλούπι σουλούπια
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σουλούπι < τουρκική üslûp / üslup < αραβική أسلوب (uslūb)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σουλούπι ουδέτερο

  1. το εξωτερικό σχήμα κάποιου ανθρώπου ή ζώου (ιδίως του προσώπου ή του σώματος)
    Το ντελικάτο κορμί της την έκανε να φαίνεται σαν δεκαπέντε χρονών - την είχε σώσει κάμποσες φορές το σουλούπι της. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή)
  2. το εξωτερικό σχήμα κάποιου αντικειμένου

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία