Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η παρασημαντική οι παρασημαντικές
      γενική της παρασημαντικής των παρασημαντικών
    αιτιατική την παρασημαντική τις παρασημαντικές
     κλητική παρασημαντική παρασημαντικές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παρασημαντική < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή παρασημαντική (εννοείται το ουσιαστικό τέχνη)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pa.ɾa.si.man.diˈci/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πα‐ρα‐ση‐μα‐ντι‐κή
ομόηχο: παρασημαντικοί

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παρασημαντική θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

παρασημαντική



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική παρασημαντική αἱ παρασημαντικαί
      γενική τῆς παρασημαντικῆς τῶν παρασημαντικῶν
      δοτική τῇ παρασημαντικ ταῖς παρασημαντικαῖς
    αιτιατική τὴν παρασημαντικήν τὰς παρασημαντικᾱ́ς
     κλητική ! παρασημαντική παρασημαντικαί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  παρασημαντικᾱ́
γεν-δοτ τοῖν  παρασημαντικαῖν
1η κλίση, Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παρασημαντική < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου παρασημαντικός (εννοείται το ουσιαστικό τέχνη)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παρασημαντική θηλυκό (ελληνιστική κοινή)

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • Ο όρος χρησιμοποιήθηκε αργότερα και για τη βυζαντινή μουσική σημειογραφία, που είχε όμως διαφορετικής μορφής μουσικά σημάδια.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

και δείτε τις λέξεις παρασημαίνομαι και σημαίνω

  ΠηγέςΕπεξεργασία

  • «παρασημαντικός» - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
  • Μιχαηλίδης, Σόλων (Michaelides, Solon). The Music of Ancient Greece. An Encyclopaedia. [Η Μουσική της Αρχαίας Ελλάδας.] (στα αγγλικά) Λονδίνο: Faber and Faber, 1978. ISBN: 0 571 10021 X.