Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ουράνιο < λόγιο ενδογενές δάνειο: νεολατινική uranium < αρχαία ελληνική Οὐρανός (ο πλανήτης)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /u.'ɾa.niɔ/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός      
ονομαστική το ουράνιο
      γενική του ουρανίου
& ουράνιου
    αιτιατική το ουράνιο
     κλητική ουράνιο
Παράρτημα

ουράνιο ουδέτερο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

  • απεμπλουτισμένο ουράνιο

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

ουράνιο

  1. ουράνιος, στην αιτιατική του ενικού
  2. ουδέτερο του ουράνιος, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού