Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική οικονομοτεχνικός οικονομοτεχνική οικονομοτεχνικό
γενική οικονομοτεχνικού οικονομοτεχνικής οικονομοτεχνικού
αιτιατική οικονομοτεχνικό οικονομοτεχνική οικονομοτεχνικό
κλητική οικονομοτεχνικέ οικονομοτεχνική οικονομοτεχνικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική οικονομοτεχνικοί οικονομοτεχνικές οικονομοτεχνικά
γενική οικονομοτεχνικών οικονομοτεχνικών οικονομοτεχνικών
αιτιατική οικονομοτεχνικούς οικονομοτεχνικές οικονομοτεχνικά
κλητική οικονομοτεχνικοί οικονομοτεχνικές οικονομοτεχνικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οικονομοτεχνικός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

οικονομοτεχνικός

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία