Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ξενικός η ξενική το ξενικό
      γενική του ξενικού της ξενικής του ξενικού
    αιτιατική τον ξενικό την ξενική το ξενικό
     κλητική ξενικέ ξενική ξενικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ξενικοί οι ξενικές τα ξενικά
      γενική των ξενικών των ξενικών των ξενικών
    αιτιατική τους ξενικούς τις ξενικές τα ξενικά
     κλητική ξενικοί ξενικές ξενικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξενικός < αρχαία ελληνική ξενικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ξενικός, -ή, -ό

  1. που ανήκει σε ή προέρχεται από ξένους, που αναφέρεται σε ξένους ή ξένη χώρα
    ξενική προφορά, ξενική κατοχή
  2. που μοιάζει να είναι από άλλη χώρα, ξενόφερτο
    Εξέφρασε το ίδιο νόημα με ελληνογενή λέξη αντί ξενικής σε παρακαλώ.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξενικός < ξένος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ξενικός, -ή, -όν

  1. μισθωτός
  2. ο ξένος, από ξένη γη
  3. ο φιλόξενος
  4. το ξενικόν (ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο) στρατός μισθοφόρων
  5. τα ξενικά (ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο) ο φόρος που κατέβαλαν οι ξένοι στην Αθήνα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία