Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξενία < αρχαία ελληνική ξενία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /kseˈni.a/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ξενία θηλυκό

  1. η φιλοξενία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξενία < ξένιος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ξενία ιωνικός τύπος ξενίη και ξεινίη

  1. η φιλοξενία
  2. η φιλική σχέση δύο ατόμων ή δύο πόλεων
  3. τα περιορισμένα δικαιώματα του ξένου
    φεύγει ξενίας: τον καταγγέλλουν ότι παρ΄ότι ξένους σφετερίσθηκε δικαιώματα πολιτών


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία