Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξενοσύνη < ξένος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ξενοσύνη ιωνικός τύπος ξεινοσύνη

  1. η φιλοξενία
    γράφει για τα θέματα που την απασχολούν προσωπικά, αλλά και υπό την επιρροή που της ασκεί ο κοινωνικός περίγυρος. Που και που πινελιές για τον ξένο τόπο αφήνουν να διαφαίνεται αυτή η ξενοσύνη της στην Αυστραλία (Ιδιοχείρως… Η Ελληνική Λογοτεχνία στην Αυστραλία, Ο Εθνικός Κήρυξ, 6 Ιουλίου 2012)
  2. η φιλία
    τῷ δ᾽ Ὀδυσεὺς ξίφος ὀξὺ καὶ ἄλκιμον ἔγχος ἔδωκεν, ἀρχὴν ξεινοσύνης' προσκηδέος (Κι ο Οδυσσέας βαρύ κοντάρι του αντιχάρισε κι ένα σπαθί, για να 'ναι θεμέλιο μιας φίλιας αμάλαγης)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία