Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξενιτεύω < ξένος

  ΡήμαΕπεξεργασία

ξενιτεύω

  1. φεύγω να εγκατασταθώ σε έναν ξενο τόπο
    καὶ τελειωθέντες ξενιτεύουσιν ἡδέως
  2. (παθητικό) είμαι μισθοφόρος στρατιώτης

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία