Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεταναστεύω < αρχαία ελληνική μεταναστεύω < μετανάστης

  ΡήμαΕπεξεργασία

μεταναστεύω

  1. φεύγω, με τη θέλησή μου, από έναν τόπο για να εγκατασταθώ σε έναν άλλο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία