↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο νεογραμματικός οι νεογραμματικοί
      γενική του νεογραμματικού των νεογραμματικών
    αιτιατική τον νεογραμματικό τους νεογραμματικούς
     κλητική νεογραμματικέ νεογραμματικοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
νεογραμματικός < νεο- + γραμματικός ((μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Junggrammatiker[1])

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

νεογραμματικός αρσενικό

Δείτε επίσης

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία
↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο νεογραμματικός η νεογραμματική το νεογραμματικό
      γενική του νεογραμματικού της νεογραμματικής του νεογραμματικού
    αιτιατική τον νεογραμματικό τη νεογραμματική το νεογραμματικό
     κλητική νεογραμματικέ νεογραμματική νεογραμματικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι νεογραμματικοί οι νεογραμματικές τα νεογραμματικά
      γενική των νεογραμματικών των νεογραμματικών των νεογραμματικών
    αιτιατική τους νεογραμματικούς τις νεογραμματικές τα νεογραμματικά
     κλητική νεογραμματικοί νεογραμματικές νεογραμματικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Επίθετο

επεξεργασία

νεογραμματικός -ή -ό

  Μεταφράσεις

επεξεργασία