Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νάφθα νάφθες
γενική νάφθας ναφθών
αιτιατική νάφθα νάφθες
κλητική νάφθα νάφθες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νάφθα < → Η ετυμολογία λείπει.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

νάφθα θηλυκό

  1. γενική ονομασία κάθε μείγματος εύφλεκτων και πτητικών υδρογονανθράκων που χρησιμοποιείται για αραίωση ή καθαρισμό
  2. ακάθαρτο πετρέλαιο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία