Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική έλαιο έλαια
γενική ελαίου ελαίων
αιτιατική έλαιο έλαια
κλητική έλαιο έλαια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

έλαιο < → Η ετυμολογία λείπει.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

έλαιο

  • γενική ονομασία για ουσίες οι οποίες σε συνηθισμένες θερμοκρασίες και πιέσεις είναι υγρές και παχύρρευστες και μοιάζουν στην υφή με το λάδι της ελιάς
    1. υγρή ουσία ζωικής ή φυτικής προέλευσης που παράγεται από επεξεργασία λιπαρών ουσιών ή τη σύνθλιψη καρπών· έχει την ίδια χημική σύσταση με τα λίπη, αλλά τα τελευταία είναι στερεά σε συνηθισμένες θερμοκρασίες και πιέσεις
    2. ορυκτέλαιο, παράγωγο του πετρελαίου που χρησιμοποιείται ως λιπαντικό
    3. αιθέριο έλαιο

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

δείτε τη λέξη: ελαιο- και -έλαιο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία