Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ναφθαλίνη οι ναφθαλίνες
      γενική της ναφθαλίνης των ναφθαλινών
    αιτιατική τη ναφθαλίνη τις ναφθαλίνες
     κλητική ναφθαλίνη ναφθαλίνες
Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ναφθαλίνη < γαλλική naphtaline < naphte + -l- + -ine (<-ίνη) < ελληνιστική κοινή νάφθα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ναφθαλίνη θηλυκό

  • λευκός κρυσταλλικός αρωματικός στερεός υδρογονάνθρακας με χημικό τύπο C10H8. Κυκλοφορεί στο εμπόριο κυρίως σε μορφή σφαιριδίων, που προστατεύουν τα ρούχα από διάφορα έντομα (σκόρο)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία