μονολεκτικός

Ελληνικά (el) Edit

πτώση ενικός
ονομαστική μονολεκτικός μονολεκτική μονολεκτικό
γενική μονολεκτικού μονολεκτικής μονολεκτικού
αιτιατική μονολεκτικό μονολεκτική μονολεκτικό
κλητική μονολεκτικέ μονολεκτική μονολεκτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μονολεκτικοί μονολεκτικές μονολεκτικά
γενική μονολεκτικών μονολεκτικών μονολεκτικών
αιτιατική μονολεκτικούς μονολεκτικές μονολεκτικά
κλητική μονολεκτικοί μονολεκτικές μονολεκτικά


  Ετυμολογία Edit

μονολεκτικός < επίθημα μονο- + επίθετο λεκτικός

  ΕπίθετοEdit

μονολεκτικός

  1. που αποτελείται από μία μόνο λέξη
    παρακαλώ να δίνετε μόνο μονολεκτικές απαντήσεις, ένα ναι ή ένα όχι αρκεί

Συγγενικές λέξειςEdit

ΑντώνυμαEdit

  ΜεταφράσειςEdit