Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική πολυλεκτικός πολυλεκτική πολυλεκτικό
γενική πολυλεκτικού πολυλεκτικής πολυλεκτικού
αιτιατική πολυλεκτικό πολυλεκτική πολυλεκτικό
κλητική πολυλεκτικέ πολυλεκτική πολυλεκτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πολυλεκτικοί πολυλεκτικές πολυλεκτικά
γενική πολυλεκτικών πολυλεκτικών πολυλεκτικών
αιτιατική πολυλεκτικούς πολυλεκτικές πολυλεκτικά
κλητική πολυλεκτικοί πολυλεκτικές πολυλεκτικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πολυλεκτικός < επίθημα πολυ- + επίθετο λεκτικός (κατά το μονολεκτικός)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πολυλεκτικός -ή -ό

  1. που αποτελείται από πολλές λέξεις
    πολυλεκτικός όρος
  2. που σχετίζεται με ή αφορά την πολυλεξία
  3. που σχετίζεται με ή αφορά την πολυλογία-φλυαρία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πολυλεκτικός -ή -ό

  1. (νεολογισμός) αυτός που πάσχει από πολυλεξία, λεξιλογικά ακρατής
  2. πολυλογάς, φλύαρος

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία