Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μεταγραμματισμός οι μεταγραμματισμοί
      γενική του μεταγραμματισμού των μεταγραμματισμών
    αιτιατική τον μεταγραμματισμό τους μεταγραμματισμούς
     κλητική μεταγραμματισμέ μεταγραμματισμοί
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεταγραμματισμός < (λόγιο) ελληνιστική κοινή μεταγραμματισμός[1].
(σύγχρονη έννοια): < απόδοση: αγγλική transliteration

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μεταγραμματισμός αρσενικό

  1. αλλαγή της σειράς των γραμμάτων σε μία λέξη[1]
    όπως αρνοκόπι αντί του ορθού αρνοπόκι αρνί + πόκος (μαλλί), καραφλός αντί φαλακρός.
     συνώνυμα: αναγραμματισμός
  2. (γλωσσολογία, σύγχρονος όρος) μεταγραφή των λέξεων μιας γλώσσας με χρήση του αλφαβήτου μιας άλλης γλώσσας αντιστοιχώντας τα σύμβολα (π.χ. ελληνικά προς λατινικά α → a, χ → ch)
    ο λατινικός μεταγραμματισμός της λέξης μεταγραμματισμός είναι metagrammatismos

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. 1,0 1,1 Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική μεταγραμματισμός μεταγραμματισμώ μεταγραμματισμοί
Γενική μεταγραμματισμοῦ μεταγραμματισμοῖν μεταγραμματισμῶν
Δοτική μεταγραμματισμ μεταγραμματισμοῖν μεταγραμματισμοῖς
Αιτιατική μεταγραμματισμόν μεταγραμματισμώ μεταγραμματισμούς
Κλητική μεταγραμματισμέ μεταγραμματισμώ μεταγραμματισμοί

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεταγραμματισμός < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μεταγραμματισμός αρσενικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία