Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μελλοθάνατος οι μελλοθάνατοι
      γενική του μελλοθανάτου
& μελλοθάνατου
των μελλοθανάτων
& μελλοθάνατων
    αιτιατική τον μελλοθάνατο τους μελλοθανάτους
& μελλοθάνατους
     κλητική μελλοθάνατε μελλοθάνατοι
Παράρτημα

===  Ετυμολογία === από το "μέλλον+θάνατος" ή απλά "το μέλλον κάποιου είναι ο θάνατος"

μελλοθάνατος < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μελλοθάνατος

  1. αυτός που σύντομα θα εκτελεστεί· ο θανατοποινίτης
  2. (κατ' επέκταση) αυτός που σύντομα θα πεθάνει
  3. (κατ' επέκταση, θανατολογική λογοτεχνία & φιλοσοφία) ο θνητός

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία