Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μανιβέλα οι μανιβέλες
      γενική της μανιβέλας
    αιτιατική τη μανιβέλα τις μανιβέλες
     κλητική μανιβέλα μανιβέλες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δεν συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μανιβέλα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μανιβέλα θηλυκό

  1. μοχλός που πατιέται με το πόδι ή στρέφεται με το χέρι, προκειμένου να ξεκινήσει να λειτουργεί ένας κινητήρας
    πατούσε συνέχεια τη μανιβέλα της μοτοσυκλέτας, αλλά είχε μπουκώσει και δεν έπαιρνε με τίποτα μπροστά

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία