Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

 
Μίτρα ορθόδοξου επισκόπου
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μίτρα μίτρες
γενική μίτρας μιτρών
αιτιατική μίτρα μίτρες
κλητική μίτρα μίτρες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μίτρα < ελληνιστική κοινή μίτρα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈmi.tra/

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μίτρα θηλυκό

  1. το λειτουργικό περικόσμητο κάλυμμα της κεφαλής των αρχιερέων
  2. η κορδέλα κεφαλής
  3. το τουρμπάνι


  Σύνθετα:

  • μίτρα καπνοδόχου: επικάλυμμα καπνοδόχου που επιτρέπει την έξοδο του καπνού αλλά παρεμποδίζει την διείσδυση της βροχής


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία