Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η λύμη οι λύμες
      γενική της λύμης των λυμών
    αιτιατική τη λύμη τις λύμες
     κλητική λύμη λύμες
Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λύμη < (λόγιο δάνειο) αρχαία ελληνική λύμη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λύμη θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
λυμῡ-
ονομαστική λύμη αἱ λῦμαι
      γενική τῆς λύμης τῶν λυμῶν
      δοτική τῇ λύμ ταῖς λύμαις
    αιτιατική τὴν λύμην τὰς λύμᾱς
     κλητική ! λύμη λῦμαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  λύμ
γεν-δοτ τοῖν  λύμαιν
Το φωνήεν της παραλήγουσας είναι μακρό.
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'νίκη' όπως «γνώμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λύμη < λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λύμη θηλυκό

  1. (σημασία «βλάβη»)
    1. κακοποίηση, ακρωτηριασμός, βλάβη
    2. υβριστική μεταχείριση, ατιμία, βρισιές
    3. (μεταφορικά) όλεθρος
  2. (σημασία «λύμα, ακαθρασία») άλλη μορφή του λῦμα: ρύπος, ακαθαρσία

  ΠηγέςΕπεξεργασία