Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λιμένας < αρχαία ελληνική λιμήν

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λιμένας αρσενικό

  1. Περιοχή παραθαλάσσια (ή παραλίμνια ή παραποτάμια) που επιτρέπει παραμονή πλοίων
    • για προστασία από καιρικές συνθήκες,
    • για φορτοεκφορτώσεις εμπορευμάτων,
    • για επιβιβάσεις και αποβιβάσεις ανθρώπων (πληρώματος ή επιβατών),
    • για τροφοδοσία και εφοδιασμό,
    • για επισκευές.
  2. (μεταφορικά) Το καταφύγιο.

ΥποκοριστικόΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία