Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο λιμενοφύλακας οι λιμενοφύλακες
      γενική του λιμενοφύλακα των λιμενοφυλάκων
    αιτιατική τον λιμενοφύλακα τους λιμενοφύλακες
     κλητική λιμενοφύλακα λιμενοφύλακες
Κατηγορία όπως «φύλακας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λιμενοφύλακας < αρχαία ελληνική λῐμενοφῠ́λᾰξ

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /li.me.no.ˈfi.la.kas/
τυπογραφικός συλλαβισμός: λι‐με‐νο‐φύ‐λα‐κας

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λιμενοφύλακας αρσενικό ή θηλυκό

  • υπαξιωματικός του λιμενικού σώματος κατώτερου βαθμού
    ※ Η νεαρή λιμενοφύλακας έτρεξε στον αγώνα ανώμαλου δρόμου στο πλαίσιο του προγράμματος «Αθλητικά Μονοπάτια», το οποίο πραγματοποιήθηκε και σε άλλα νησιά υπό την αιγίδα του ιδρύματος «Σταύρος Νιάρχος». (*)
    ※ Τρόπους για την πρόσληψη επιπλέον λιμενοφυλάκων για την διαχείριση των αυξημένων προσφυγικών ροών αναζητά, σύμφωνα με πληροφορίες, ο υπουργός Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής. (*)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία