→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / λακαταπύγων τὸ λακατάπυγον
      γενική τοῦ/τῆς λακαταπύγονος τοῦ λακαταπύγονος
      δοτική τῷ/τῇ λακαταπύγον τῷ λακαταπύγον
    αιτιατική τὸν/τὴν λακαταπύγον τὸ λακατάπυγον
     κλητική ! λακατάπυγον λακατάπυγον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ λακαταπύγονες τὰ λακαταπύγον
      γενική τῶν λακαταπυγόνων τῶν λακαταπυγόνων
      δοτική τοῖς/ταῖς λακαταπύγοσῐ(ν) τοῖς λακαταπύγοσῐ(ν)
    αιτιατική τοὺς/τὰς λακαταπύγονᾰς τὰ λακαταπύγον
     κλητική ! λακαταπύγονες λακαταπύγον
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ λακαταπύγονε τὼ λακαταπύγονε
      γεν-δοτ τοῖν λακαταπυγόνοιν τοῖν λακαταπυγόνοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'εὐδαίμων' όπως «εὐδαίμων» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
λακαταπύγων < επιτατικό λα- + καταπύγων

  Επίθετο

επεξεργασία

λακαταπύγων, -ων, λακατάπυγον (δείτε #σχόλιο για το ουδέτερο στο καταπύγων)

  Αναφορές

επεξεργασία
  1. Ο Στέφανος Ν. Κουμανούδης, μεταφράζοντας τους Ἀχαρνῆς του Αριστοφάνη (βλ. Αριστοφάνους Αχαρνής, Αθήνα: Τυπογραφείο “Κείμενα”, 1985), αποδίδει τη λέξη ως ξεκωλιάρης. Ο χαρακτηρισμός «δειλὸς καὶ λακαταπύγων» αναφέρεται στον Κλέωνα:
    πρὸς ταῦτα Κλέων καὶ παλαμάσθω
    καὶ πᾶν ἐπ᾽ ἐμοὶ τεκταινέσθω
    τὸ γὰρ εὖ μετ᾽ ἐμοῦ καὶ τὸ δίκαιον
    ξύμμαχον ἔσται, κοὐ μή ποθ᾽ ἁλῶ
    περὶ τὴν πόλιν ὢν ὥσπερ ἐκεῖνος
    δειλὸς καὶ λακαταπύγων
    ※  5ος/4ος πκε αιώνας Ἀριστοφάνης, Ἀχαρνῆς, στίχ. 659 -664.
    Ο Παντελής Μπουκάλας, στη δική του μετάφραση, προτίμησε τη λέξη πούστης, επιλέγοντας την αμφισημία που τη χαρακτηρίζει, δηλαδή του ομοφυλόφιλος, αλλά και του ανέντιμου και ύπουλου ατόμου· πρβ. Χάρης Αθανασιάδης, Η μνήμη και η πόλις. 40+1 δημόσιες ιστορίες (Αθήνα, Ασίνη: 2022, ISBN 978-618-5346-40-9), σ. 144.