Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αμφισημία οι αμφισημίες
      γενική της αμφισημίας των αμφισημιών
    αιτιατική την αμφισημία τις αμφισημίες
     κλητική αμφισημία αμφισημίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αμφισημία < αμφίσημος + -ία ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική ambiguïté)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αμφισημία θηλυκό

  • (γραμματική) λέξη ή φράση με διφορούμενη ή διπλή σημασία
    Η ορολογία τελικά έχει τη σημασία της. Αλλη φινέτσα έχει η εφεδρεία, διαφορετικό κύρος διαθέτει η διαθεσιμότητα. Η κινητικότητα, με τη σειρά της, έχει μια αμφισημία. Η επιλογή της λέξης αφήνει τη φαντασία μας να διεισδύσει στα πολιτικά γραφεία, εκεί όπου υπουργοί, επικοινωνιολόγοι και διάφοροι επιτήδειοι ανοίγουν λεξικά για να βρουν την πιο βελούδινη εκφορά. Σαν να είναι ντροπή να πουν άμεσα στον κόσμο ότι πρόκειται για απολύσεις. Η λογική της απόλυσης ταιριάζει στον ιδιωτικό τομέα. Στους δημοσίους υπαλλήλους επιφυλάσσεται καλύτερη γλωσσική μεταχείριση. (*)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία