Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική κρεατοφάγος κρεατοφάγα κρεατοφάγο
γενική κρεατοφάγου κρεατοφάγας κρεατοφάγου
αιτιατική κρεατοφάγο κρεατοφάγα κρεατοφάγο
κλητική κρεατοφάγε κρεατοφάγα κρεατοφάγο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κρεατοφάγοι κρεατοφάγες κρεατοφάγα
γενική κρεατοφάγων κρεατοφάγων κρεατοφάγων
αιτιατική κρεατοφάγους κρεατοφάγες κρεατοφάγα
κλητική κρεατοφάγοι κρεατοφάγες κρεατοφάγα


  Ετυμολογία Επεξεργασία

κρεατοφάγος < κρέας + -φάγος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κρεατοφάγος -α -ο

  1. που του αρέσει να τρώει κρέας
    Ο Γιώργος κι η Μαρία είναι κρεατοφάγοι επειδή τρώνε σχεδόν κάθε μέρα κρέας.

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  Εναλλακτικές μορφές Επεξεργασία

  ΣημειώσειςΕπεξεργασία

Το επίθετο κρεατοφάγος δεν είναι ταυτόσημο με το επίθετο σαρκοφάγος. Το χρησιμοποιούμε αποκλειστικά και μόνο όταν αναφερόμαστε στους ανθρώπους στους οποίους αρέσει να τρέφονται αποκλειστικά ή σχεδόν αποκλειστικά με κρέας.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία