Δείτε επίσης: Αποκριά, Απόκρια, Απόκρεω, αποκριά

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απόκρια < μεσαιωνική ελληνική ἀποκρέα < ἀπόκρεως < ἀπό + κρέως < κρέας

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

απόκρια θηλυκό (& αποκριά)