Arrows blue.png Δείτε επίσης: κωμήτης

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κομήτης < (αρχαία ελληνική) κομήτης ἀστήρ (: αστέρι με μακριά μαλλιά) < κομάω-ῶ (: έχω μακριά μαλλιά)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κομήτης αρσενικό

  • (αστρονομία) ουράνιο σώμα με μικρή πυκνότητα και μάζα που κινείται στις παρυφές του ηλιακού μας συστήματος σε παραβολικές ή ελλειπτικές τροχιές. Οι συνηθισμένοι κομήτες αποτελούνται από τρία μέρη: τον πυρήνα από πάγο και σκόνη, την κόμη από αέριο και σκόνη και την ουρά, που εμφανίζεται κυρίως όταν ο κομήτης προσεγγίζει τον Ήλιο κι αυξάνεται η θερμοκρασία του. Συνήθως αναφέρεται διεθνώς με το όνομα του αστρονόμου που τον ανακαλύπτει.


ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • εμφανίζεται / έρχεται σαν τον κομήτη: εμφανίζεται σπάνια

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία