Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κάμψη οι κάμψεις
      γενική της κάμψης
& κάμψεως
των κάμψεων
    αιτιατική την κάμψη τις κάμψεις
     κλητική κάμψη κάμψεις
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κάμψη < αρχαία ελληνική κάμψις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κάμψη θηλυκό

  1. το αποτέλεσμα ή η επενέργεια του κάμπτω
  2. (γενικότερα) λύγισμα:
    1. (ειδικότερα) του σώματος ή μέλους του
    2. (ειδικότερα) (φυσική) καμπύλωση ή παραμόρφωση αντικειμένου με επίμηκες σχήμα, ως αποτέλεσμα επίδρασης κάθετων δυνάμεων ή ροπών πάνω σε αυτό
  3. μείωση της δύναμης ή της έντασης με την οποία επιτελείται μια λειτουργία ή χαρακτηρίζεται μια διαδικασία, ένα γεγονός, φαινόμενο κ.ο.κ.· υποχώρηση

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία