Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

pompe 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

pompe (fr), des pompes.

  1. η αντλία
  2. η τρόμπα
  3. η κάμψη
  4. το παπούτσι (καθομ.)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία