Arrows blue.png Δείτε επίσης: Αντλία, ἀντλία

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αντλία αντλίες
γενική αντλίας αντλιών
αιτιατική αντλία αντλίες
κλητική αντλία αντλίες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αντλία < αρχαία ελληνική ἀντλία < ἄντλος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αντλία θηλυκό

  1. (μηχανολογία): συσκευή ή όργανο που αντλεί ένα υγρό ή αέριο ή/και το κατευθύνει στην επιθυμητή οδό
    η αντλία κρεμοσάπουνου είναι αξεσουάρ λουτρού από το οποίο βγάζουμε υγροσάπουνο για να πλύνουμε τα χέρια μας στο νιπτήρα

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία