Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ινδονησιακός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ινδονησιακός

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία