Δείτε επίσης: ἰάσιμος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ιάσιμος η ιάσιμη το ιάσιμο
      γενική του ιάσιμου της ιάσιμης του ιάσιμου
    αιτιατική τον ιάσιμο την ιάσιμη το ιάσιμο
     κλητική ιάσιμε ιάσιμη ιάσιμο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ιάσιμοι οι ιάσιμες τα ιάσιμα
      γενική των ιάσιμων των ιάσιμων των ιάσιμων
    αιτιατική τους ιάσιμους τις ιάσιμες τα ιάσιμα
     κλητική ιάσιμοι ιάσιμες ιάσιμα
όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ιάσιμος < αρχαία ελληνική ἰάσιμος < ἰάομαι / ἰῶμαι

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ιάσιμος, -η, -ο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία