Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αθεράπευτος < α- στερητικό + θεραπεύω + κατάληξη ρηματικών επθέτων -τος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αθεράπευτος, -η, -ο

  1. που δεν έχει θεραπευτεί
  2. που δεν μπορεί να θεραπευτεί, να διορθωθεί, αδιόρθωτος
    η μεγαλομανία του είναι αθεράπευτη

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία