Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

incurable (en)

he's an incurable romantic - είναι ένας αθεράπευτος ρομαντικός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

incurable (fr)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία