Ελληνικά (el) Επεξεργασία

Κλίνεται όπως το ανώμαλος οξύφωνου-οξυφώνου κι όχι σαν το καλός ή όμορφος

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αγιάτρευτος < α- στερητικό + γιατρεύω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αγιάτρευτος, -η, -ο

ο καημός του ήταν αγιάτρευτος

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία