Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γιατρεύω < αρχαία ελληνική ἰατρεύω

  ΡήμαΕπεξεργασία

γιατρεύω

  1. βοηθώ έναν ασθενή ως γιατρός ή ως γνώστης του προβλήματος και της λύσης του, συμβάλλω στο να αποκατασταθεί η υγεία του
  2. (μεταφορικά) βοηθώ κάποιον να επουλώσει ένα ψυχικό τραύμα, μια συναισθηματική πληγή

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία