Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανίατος < αρχαία ελληνική ἀνίατος < ἀ- στερητικό + ἰάομαι, -ῶμαι (θεραπεύω) + -τος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ανίατος -η -ο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία