Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ίαμα < αρχαία ελληνική ἴαμα< ἰάομαι, -ῶμαι (θεραπεύω)-(γιατρεύω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ίαμα ουδέτερο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία