Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική θαμνώδης θαμνώδης θαμνώδες
γενική θαμνώδους θαμνώδους θαμνώδους
αιτιατική θαμνώδη θαμνώδη θαμνώδες
κλητική θαμνώδη(ς) θαμνώδης θαμνώδες
πτώση πληθυντικός
ονομαστική θαμνώδεις θαμνώδεις θαμνώδη
γενική θαμνωδών θαμνωδών θαμνωδών
αιτιατική θαμνώδεις θαμνώδεις θαμνώδη
κλητική θαμνώδεις θαμνώδεις θαμνώδη

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θαμνώδης < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

θαμνώδης

  1. που μοιάζει με θάμνο
    θαμνώδης βλάστηση
  2. που είναι γεμάτος από θάμνους
    θαμνώδης περιοχή

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

δείτε τη λέξη  θάμνος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία