Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική θαλασσοδαρμένος θαλασσοδαρμένη θαλασσοδαρμένο
γενική θαλασσοδαρμένου θαλασσοδαρμένης θαλασσοδαρμένου
αιτιατική θαλασσοδαρμένο θαλασσοδαρμένη θαλασσοδαρμένο
κλητική θαλασσοδαρμένε θαλασσοδαρμένη θαλασσοδαρμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική θαλασσοδαρμένοι θαλασσοδαρμένες θαλασσοδαρμένα
γενική θαλασσοδαρμένων θαλασσοδαρμένων θαλασσοδαρμένων
αιτιατική θαλασσοδαρμένους θαλασσοδαρμένες θαλασσοδαρμένα
κλητική θαλασσοδαρμένοι θαλασσοδαρμένες θαλασσοδαρμένα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θαλασσοδαρμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος θαλασσοδέρνω, θαλασσοδέρνομαι

  ΜετοχήΕπεξεργασία

θαλασσοδαρμένος, -η, -ο

  1. που τον χτυπούν τα κύματα της θάλασσας, θαλασσόδαρτος
    θαλασσοδαρμένος βράχος
  2. που έχει αντιμετωπίσει μεγάλες τρικυμίες
    θαλασσοδαρμένος ναυτικός

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία