Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θαλασσοβρεγμένος < θάλασσα + βρεγμένος

  ΜετοχήΕπεξεργασία

θαλασσοβρεγμένος

  1. (για στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος) που βρέχεται από τη θάλασσα

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία