Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θαλασσόβρεχτος < θάλασσα + βρέχω + -τος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

θαλασσόβρεχτος, -η, -ο

  1. που βρέχεται από τη θάλασσα
    θαλασσόβρεχτος τόπος

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία