Arrows blue.png Δείτε επίσης: εὐγνωμοσύνη

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ευγνωμοσύνη ευγνωμοσύνες
γενική ευγνωμοσύνης (ευγνωμοσύνων)
αιτιατική ευγνωμοσύνη ευγνωμοσύνες
κλητική ευγνωμοσύνη ευγνωμοσύνες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ευγνωμοσύνη < αρχαία ελληνική εὐγνωμοσύνη < εὐγνώμων + -οσύνη < εὖ + γνώμων < γιγνώσκω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ǵneh₃- (γνωρίζω) ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική gratitude)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɛv.ɣnɔ.mɔ.ˈsi.ni/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ευγνωμοσύνη θηλυκό

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία